Πρωί. Μόλις έχω βγει από το σπίτι που θα στεγάσει τις αγωνίες της οικογένειάς μου και που από το οποίο, εξαιτίας μου, γκρεμίζονται αναμνήσεις μιας ζωής. Νιώθω σκατά. Αδύναμος. Ένα κουφάρι που περπατά, με έναν καφέ από το σπίτι. Προορισμός η δουλειά.
Στη στροφή πριν τη δουλειά, δύο εύσωμες κυρίες γύρω στα 70, με σκαμένα τα πρόσωπα από τη ζωή φαντάζομαι και με πολλά ρούχα επάνω τους, κινούν προς το δρόμο μου. Πολλά τα ρούχα σκέφτομαι. Ευτυχώς.
Με σταματάει η μία χωρίς να απλώσει χέρι. Μόνο με το κεφάλι.
-Καλημέρα σας κύριε. Μήπως έχετε ένα εισιτήριο;
-Όχι δυστυχώς δεν χρησιμοποιώ λεωφορείο. Και κάνω να φύγω μακριά.
-Σας ζητώ γιατί δεν έχω να αγοράσω κύριε.
Τα πόδια μου βάρυναν. Η καρδιά μου έσπασε σε χίλια κομμάτια. Δύο γιαγιούλες που το ΜΟΝΟ που έπρεπε να κάνουν αυτή τη στιγμή είναι να παίζουν με τα εγγόνια τους. Και αντί για αυτό γυρνοβολάνε για μία ευκαιρία που θα τους γεμίσει την ημέρα με ένα εισιτήριο, με ένα πιάτο φαΐ, με ένα χάδι. Και από την άλλη ο χοντροΒενιζέλος και ο κάθε Βενιζέλος να μου λέει μαλακίες πως μαζί θα το περάσουμε και αρχιδιές πρώτης ποιότητας. Ο χοντρός που δεν ξέρει τι θα πει κρύο, πείνα, φτώχια ή ακόμα και εργασία. Δεν έχει πει ποτέ του την φράση «σας ζητώ γιατί δεν έχω να αγοράσω κύριε».
Γύρισα και καθώς κινούσα προς τις κυρίες, σταμάτησαν με ένα ίχνος χαμόγελου στο στόμα. Έβαλα το χέρι στην τσέπη, έβγαλα ότι είχα και το έδωσα. Της χάιδεψα το χέρι της μιας και γύρισα να φύγω πριν με δουν να κλαίω. Δεν ένιωσα καλύτερα. Πιο σμπαράλια ένιωσα. Άλλωστε δεν έχει καμία σημασία πώς νιώθω εγώ από τη στιγμή που μπορώ να πάρω τα χρειώδη στην οικογένειά μου.
Σημασία έχει χοντρέ, πώς νιώθει η κυρία μακριά από τα εγγόνια της. Μακριά από την αξιοπρέπειά της. Εγώ θα νιώσω καλά χοντρέ όταν σε δω να σαπίζεις στη φυλακή. Όταν θα βλέπω το ροδομάγουλό σου να κιτρινίζει. Εσένα και όλο το σινάφι σου. Εθνοσωτήρες της πούτσας. Καραγκιόζιδες.









