
O Β. έφτασε πλέον τα 17. Μικρός ήταν πολύ ζωηρός και πολύ φωνακλάς. Όλοι λέγαν στην μητέρα του πως όταν μεγαλώσει θα γίνει πράος και ήσυχος άνθρωπος. Με την καμία όμως. Διάολος ήταν.
Τότε ήταν η εποχή που πήγαινε μόνος του στο γήπεδο. Είχε γραφτεί και σε σύνδεσμο. Όχι όποιον και όποιον. Cockneys με το όνομα που στεγάζονταν τότε στην Μενάνδρου με αρχηγό τον Στέφανο. Έναν άνθρωπο με παλάμες κουπιά. Ψηλός και γεροδεμένος. Αντίθετα με τον κολλητό του τον Μπλάκυ που ήταν χτικιάρης και κοντός με σάπια δόντια από τα «σιρόπια». Και μια φαγωμένη μύτη από «σκύλο» κατά τα λεγόμενά του.
Φανατίκλα του κερατά. Μπόλικο χασίς, μπόλικες γκόμενες ροκούδες με αλυσίδες-σκουλαρίκια στην μύτη, μπόλικα σκουλαρίκια και αυτός (6 στο αριστερό αυτί και 3 στο δεξί). Όλα στο μπόλικο. Όπως και η ζωή του. Από καυγά σε καυγά πήγαινε και κάπου εκεί ενδιάμεσα είχε και ένα δικαστήριο που το γλίτωσε στο τσακ που λένε.
1994. Σούπερ καπ. Παναθηναϊκός ΑΕΚ 3-0. Αύγουστος μήνας. Ντάλα λιοπύρι. Κάπου στο βράδυ τελείωσε ο αγώνας και ξεκίνησε η παρέα για την επιστροφή. Από την Κηφισίας γιατί τον ηλεκτρικό τον είχαν δώσει στα χανούμια. Τα λεωφορεία πηγαινοέρχονταν γεμάτα. Τίγκα κόσμος με πράσινα κασκόλ. Τότε το μαστ ήταν να πας με συγκοινωνία. Μήπως και γίνει κανένα τζέρτζελο στο δρόμο. Ξέρεις… με κανέναν αλλόθρησκο περαστικό στο δρόμο, με κανέναν αλλόθρησκο στο λεωφορείο που ξέμεινε κατά λάθος. Με τον πανικό όταν εν κινήσει το λεωφορείο πηγαίνει πέρα δώθε λόγω των συνθημάτων. Με τα τσιγάρα μέσα σε αυτό και τα καπνογόνα ενίοτε. Ντουμάνι τέτοιο που ούτε καπνοπαραγωγοί δεν άντεχαν.
Δεν πήραν κανένα διερχόμενο λεωφορείο. Αντίθετα περπάτησαν προς τα πάνω μήπως και βρουν κανέναν ξεχασμένο να τον τρομάξουν. Καθώς ανέβαιναν θυμήθηκαν τα της νύχτας με τον Καρνέζη. Το έμαθαν καθώς πίνανε στο 35 στο Μαρούσι. Χανούμικο στέκι αλλά ροκ χώρος από τους λίγους αυθεντικούς. Είδαν και στην τηλεόραση την άλλη μέρα τον Στέφανο λουσμένο στα αίματα να λέει πως τον έπιασε τον φονιά και τον παρέδωσε στους μπάτσους. «Ματωμένος όπως ήταν πρέπει να τον παρέδωσε γαμιόντας» είπαν και γέλασαν. Έριξαν και μία τελευταία ρουφηξιά.
Εκείνη την νύχτα σηκώθηκαν όλοι και ξέραν τι έπρεπε να γίνει. Θα κατέβαιναν στον σύνδεσμο με τα μηχανάκια για να πάρουν γραμμή και να ξεκινήσουν το ολοκαύτωμα. Ποια γραμμή δηλαδή; Ήταν προκαθορισμένες οι κινήσεις. 300 μηχανάκια χωρίς κασκόλ ξεκίνησαν(αυτό το να μην φοράς κασκόλ σε ώρα συμπλοκής ποτέ δεν το κατάλαβε ο Β.). Σπασμένος ο σύνδεσμος του Υποβρύχιου στην Ομόνοια, σπασμένο το «δωματιάκι» στην Λεωφόρο και ακόμα άλλοι 11 σύνδεσμοι σε όλη την Αθήνα, Πειραιά και προάστια. Κάπου στους 25 συνολικά σε όλη την Ελλάδα. Της πουτάνας. Και όμως οι μπάτσοι δεν πιάσαν κανέναν τους.
Προχώρησε η ώρα και είπαν(μιας και κανένας αλλόθρησκος δεν βρέθηκε στον δρόμο τους) να πάρουν ένα άδειο «508» που ανέβαινε εκείνη την ώρα. Μέσα άλλοι περίπου 7 βάζελοι, ένας μπάτσος, 3 Κινέζοι τουρίστες και λίγος κουρασμένος λαός. Ο Β. κάθισε απέναντι από την κεντρική πόρτα πριν το «λάστιχο». Ξαφνικά το λεωφορείο το σταμάτησε μια «πορεία» 40 Αεκτζίδων που «ψάχνονταν». Μπήκαν μέσα 3 και άρχισαν να ζητάνε κασκόλ. Έφτασαν στον Β. Το κράτησε με τα χέρια του στον λαιμό του και δεν σκεφτόταν τίποτα. Είδαν τα μικρά πως δεν το παίρνανε και πήγαν πιο πίσω. Τότε του Β. του γύρισε το μάτι και άρχισε να πλακώνει τον έναν μικρό μέσα στο «λάστιχο». Ασήκωτο τον έκανε.
Οι απ’ έξω δεν είδαν τίποτα και δεν μπούκαραν. Το μόνο που είδαν ήταν τον μικρό να πετάγεται με το κεφάλι έξω και να σκάει στο πάτωμα με τα μούτρα γεμάτα αίματα. Αγρίεψαν τα πράγματα και ο Β. κάθισε μπροστά στην πόρτα για να μην μπει κανείς και φώναζε στον οδηγό να κλείσει την πόρτα και να φύγει γιατί θα γινόταν μακελειό. Έτσι και έγινε. Οι απ’ έξω τα πήραν και άρχισαν να πετάνε κοτρόνες. Τζάμια σπάσανε, 3 Κινέζοι βρέθηκαν να κάθονται σε ένα κάθισμα και να ουρλιάζουν από τρόμο, ο μπάτσος να σταυροκοπιέται «εκτός υπηρεσίας» στο άλλο κάθισμα. Και μία από αυτές τις κοτρόνες πέτυχε τον Β. στον ώμο και τον άφησε σχεδόν παράλυτο για μια εβδομάδα.
Νταξ, ήξερε ο Β. πως ήταν μαλακίες αυτά αλλά τα είχε μέσα του. Δεν του τα έβγαζε κανένα κήρυγμα. Σαν και αυτά που του λέγαν στο κατηχητικό όταν ήταν στο δημοτικό. Ξέδινε στις φασαρίες, στην ντραμς του, στα ξενύχτια με γυναίκες αλλά και χωρίς γυναίκες, στα «ζαμπόν» και στο γήπεδο. Δεν υπήρχε τότε Πολυτεχνείο. Είχε περάσει ανεπιστρεπτί και έπρεπε η οργή να βγει κάπως έξω στον κόσμο να ανασάνει. Άλλωστε οι τότες «ηγέτες» μπαίναν στη φυσούνα με το όπλο και καθόριζαν το αποτέλεσμα πάντα για τον λαό. Άρτον και θεάματα…
Συνεχίζεται…
ΥΓ Στο παραπάνω έχουν αλλοιωθεί ζητήματα(όπως έχει πει και ο ΚΚΜοίρης: “κάνω πως γράφω και προσποιείστε πως με διαβάζετε”). Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις δεν είναι τυχαία αλλά τροποποιημένα. Τόσο δραματικά δεν ζούσε ο Β. αν και το ήθελε και αναζητούσε κάποτε. Αναζητούσε μάταια έναν σκοπό. Σαν το Πολυτεχνείο.