
Ο Β. ήταν 6 χρονών. Παραμονή Χριστουγέννων. 24 του μηνός όπως κάθε χρόνο άλλωστε. Είχε ξυπνήσει πρωί. Πολύ πρωί. Ετοιμαζόταν να πει τα κάλαντα με την Μ. Από μικρά είχαν γίνει αυτοκόλλητα. Καθώς μεγάλωσαν χάθηκε η δυναμική της κόλλας. Ξέφτισε. Ας είναι.
6 το πρωί και αφού πήρε πρωινό, μην φανταστείτε κανένα ιδιαίτερο, ψωμί νερωμένο με ζάχαρη από πάνω, άνοιξε το παράθυρο. Και η έκπληξη ήταν μεγάλη. Τούφες τούφες χιονιού έπεφταν στο χωριό. Χοντρές σαν παπάδες όπως λέγανε τότε. Έβαλε κασκόλ, γάντια, σκουφί και πήρε μαζί και το τριγωνάκι και βουρ για το σπίτι της Μ.
Ζεστό σπίτι. Όχι σαν το δικό του. Οι γονείς της ήταν αγαπημένοι. Είχαν πάντα κουλουράκια και μελομακάρονα στο τραπέζι. Στο σπίτι του Β. στο τραπέζι υπήρχε μόνο ένα ποτήρι ουίσκι μισοάδειο και παγωνιά παντού γιατί τις περισσότερες φορές το πετρέλαιο ήταν είδος πολυτελείας. Και το ζήλευε το ξένο σπίτι. Πολλές φορές ζητούσε να πάει να κοιμηθεί εκεί απρόσκλητος. Όταν ήθελε να περάσει όμορφα δεν είχε τακτ στους τρόπους του.
Έτσι και εκείνη την μέρα. Οι σόμπες είχαν κάνει το σπίτι να βράζει από ζέστη. Οι μυρωδιές από τα γλυκά μπούκωναν την μύτη. Το χιόνι έπεφτε πυκνό έξω. Η Μ. ήταν δίπλα του. Και ένα δώρο που τον περίμενε κάτω από το δέντρο του ξένου σπιτιού. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Σχεδόν έβαλε τα κλάματα αλλά δεν τον πήρε χαμπάρι κανείς. Ήξερε καλά να κρύβει τις αδυναμίες του.
Πήγαν, είπαν τα κάλαντα. Πρώτο το σπίτι του μεγαλοεπιχειρηματία με το γνωστά ελληνικά μπλε τετράδια. Αυτό και αν ήταν εμπειρία. Στο δωμάτιο υποδοχής το δέντρο φορτωμένο με στολίδια και περίτεχνα λαμπιόνια (πρέπει να το έχω αναφέρει ξανά το σκηνικό αλλά χου φάκιν κέαρς; ). Τους υποδεχόταν η υπηρέτρια. Μόνο λίγοι τυχεροί έβλεπαν τον νοικοκύρη. Έφευγε από νωρίς για το εργοστάσιο. Όσοι τον προλάβαιναν παίρνανε 20 χιλιάρικα ο καθένας. 20 χιλιάρικα δρχ. περιόδου ’84!
Όσοι δεν προλάβαιναν δεν έμεναν δυσαρεστημένοι. Μπαίναν πιο μέσα στο σπίτι. Αριστερά υπήρχε το τζάκι μόνιμα αναμμένο. Πάνω από το τζάκι ένα πρεβάζι στερέωνε πάκους από πεντοχίλιαρα. Έπαιρνε ένα κάθε παιδί. Μιλάμε για μεγάλο πράγμα. Όμως αυτό που άρεσε στο Β. ήταν η ευκολία. Δεν την είχε.
Είπαν τα κάλαντα και γύρισαν σπίτι της Μ. Έφυγε ο B. μετά από λίγο να πάει σπίτι του, 2 τετράγωνα παρακάτω. Η έκπληξη ήταν μεγάλη. Οι σόμπες αναμμένες και οι δύο. Ο πατέρας ξεμέθυστος κρατούσε το δώρο που του έδωσαν στο εργοστάσιο. Μία θρεμμένη γαλοπούλα και ένα μπουκάλι κρασί. Ντυμένος από πάνω ως κάτω με τα βαριά ρούχα της δουλειάς. Μύριζε ακόμα λάδια. Την αγαπούσε ο Β. αυτήν την μυρωδιά. Η μάνα έφτιαχνε μελομακάρονα. Το σπίτι έσφυζε από ζέστη. Από ζέστη και χαμόγελα.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε. Όμως το μόνο που ζητάει κάθε χρονιά ο Β. είναι παρέα, χαμόγελα, ζέστη, και ηρεμία. Μόνο που αυτή την φορά δεν το ζητάει σαν παιδί. Αλλά σαν ενήλικάς που θέλει να προσφέρει σε ένα παιδί και σε μια γυναίκα αυτά που του έλειψαν. Έστω και αν είναι προκαλύμματα κάθε φορά. Και τα σκεπάσματα είναι προκαλύμματα της γύμνιας μας. Τι πρέπει να γίνει δηλαδή; Να κοιμόμαστε γυμνοί στο χιόνι;
Καλά Χριστούγεννα να έχετε.
Συνεχίζεται…