
Κατέβηκες σε ένα υπόγειο. Το κατάστημα φρεσκοχτισμένο. Έτσι φαινότανε. Μπορεί να είχε κάνει απλώς μια ανακαίνιση. Και ω μα τον Δία! Κατέβηκες 100μ κάτω από τη γη. Εκεί που διαδραματίζονται πολλά. Γιατί στην ανακαίνιση είχαν φτιάξει έναν χώρο που ήταν ηλιόλουστος στα βαθιά. Είχε δέντρα. Είχε φως. Τίποτα από αυτά δεν ήταν σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό αληθινά. Οι κακοτεχνίες φαινόντουσαν με μια πιο προσεκτική ματιά. Το θέαμα όμως καλό. Δεξιά αριστερά σε περιτριγύριζε χώμα και είχες την αίσθηση ότι βρισκόσουν στην επιφάνεια. Λίγο αν δεν έδινες σημασία στις κακοτεχνίες τότε θα ήσουν βέβαιος πως πρόκειται για τεχνολογικό αριστούργημα και θαύμα. Αλλά είπαμε. Οι κακοτεχνίες ήταν φανερές.
Μέσα στον χώρο σε έπιανε ένα τρέμουλο. Το ασανσέρ ήταν η μόνη έξοδος διαφυγής. Το οικοδόμημα ίσως σαθρό. Σε έναν ενδεχόμενο σεισμό δεν προλάβαινες να ανέβεις 30 ορόφους για να βγεις από το κτίριο. Οπότε ή ανέβαινες πριν τον σεισμό ή καθόσουν κάτω. Το δέλεαρ ήταν μεγάλο εκεί κάτω. Ένα κορίτσι κοντά στα 25 που σε φίλησε βιαστικά και έφυγε. Ήρθε και ένα άλλο. Έμοιαζε με το προηγούμενο. Γλυκές υπάρξεις. Βλέμμα που σκοτώνει. Τρυφερότητα στο φίλημα. Τα χείλια έσταζαν μέλι και εσύ το γιαούρτι έτοιμος να φαγωθείς. Κουταλιά κουταλιά.
Φοβήθηκες πως όταν συναντηθούν και οι δύο που σε φίλησαν θα τις χάσεις και τις δύο. Αποφάσισες να φύγεις. Βγαίνοντας στο κλιμακοστάσιο κοίταξες από την χαραμάδα που αφήναν οι κακοτεχνίες που λέγαμε. Το βάθος του κτιρίου μόλις 10 με 15 μέτρα. Τελικά οι κακοτεχνίες και η προπαγάνδα σε κάναν να πιστέψεις πως είσαι 100 μέτρα βαθιά στη γη.
Στο ασανσέρ συνωστισμός. Ο φόβος του σεισμού πάντα στο μυαλό. Η γλυκιά ύπαρξη σε έχει ακολουθήσει. Δεν έχει σημασία ποιά από τις δύο. Ούτως ή άλλως αυτό που χρειάζεσαι είναι δύο κολλημένα χέρια πάνω σου. Δύο φιλιά και ένα βλέμμα να σου λέει πως είσαι ποθητός. Αυτό που χρειάζεσαι είναι να ακουμπήσεις την ανάγκη του άλλου πάνω στην δικιά σου. Σε ακούμπησε στην μέση. Χάιδεψε τη ραχοκοκαλιά. Ανέβηκε το χέρι στο σβέρκο. Ψηλάφισε το τριχωτό και έσπρωξε το κεφάλι σου προς τα χείλη της. Είχες αποφασίσει πλέον να δώσεις χώρο σε άλλους για το ασανσέρ. Θα ανέβαινες μετά. Όσο χρόνο και αν σου έπαιρνε. Ο φόβος του σεισμού εξαλείφθηκε αλλά πάντα υπάρχων στο πίσω μέρος του κεφαλιού.
Σε εκείνο το μέρος όπου το απαλό της χέρι θρυμμάτιζε το μυαλό σου. Η γλώσσα ακούμπησε τη δικιά σου. Έχασες την αίσθηση του χρόνου. Δεν είχε σημασία ο χρόνος. Σταμάτησε για να ακουμπήσουν οι δύο γλώσσες. Η μία χάιδευε και αγκύλωνε την άλλη. Το στήθος της πηγαίο σημείο αναφοράς του αγγίγματός της σε ακούμπησε και σε βύθισε σε αφράτα μαξιλάρια. Ένιωσες το σώμα σου να τρέμει. Το μπλουζάκι ίσα που συγκρατούσε αυτόν το όγκο. Και δεν ήταν μεγάλο. Κάθε άλλο. Ήταν ιδανικό. Τα χέρια σου αγκάλιασαν αυτό το πλάσμα. Αυτό που έχει στοιχειώσει τα όνειρά σου. Έκλειναν μέσα τους τη γη ολάκερη. Προστάτευαν ότι πολύτιμο είχαν φανταστεί. Ήταν πλήρη.
Ανέβηκες επάνω. Η διαδρομή στο ασανσέρ είχε απλά συνωστισμό. Καινούριο κατάστημα γαρ και τα πρόβατα τρέξαν να το χρηματοδοτήσουν. Είχε νυχτώσει. Σου είχε λείψει ήδη το μυθικό σκηνικό του υπογείου. Τα δέντρα και ο ήλιος. Οι κακοτεχνίες και η προστατευμένη περιοχή είχαν διαγραφεί αυτόματα από το μυαλό σου. Η κοπέλα όχι. Είχε μείνει κάτω. Αποφάσισες να μείνεις επάνω.