
Κοιμάσαι.
Και τα όνειρα δείχνουν δρόμους.
Κάθε μέρα και άλλον.
Τους βαρέθηκα τους δρόμους
εκτός από έναν.
Έναν και μοναδικό.
Ο δύσκολος δρόμος,
ο εύκολος δρόμος.
Δεν έχουν σημασία τα επίθετα.
Επίθετα είναι επιθέσεις δίνουν.
Επιθέσεις στην ψυχή.
Και η γλάστρα που για χρόνια άνθιζε.
Τώρα το ξέρεις πως η γλάστρα φταίει για όλα.
Και όχι ο ανθός.
Αυτόν τον ανακάλυψες καιρό τώρα.
Έχει αγκάθια.
Δεν ημερεύει. Δεν τιθασεύεται.
Δεν καλλωπίζεται.
Ο δρόμος είναι ο ξεριζωμός.
Μέλανας ζωμός να καλύψει τα χείλη σου,
μαύρο ποτήρι να πιείς.
Να φτύσεις το γάλα της μάνας σου που λένε.
Να ελευθερωθείς.
Σταγόνα σταγόνα να γίνεσαι άνθρωπος.
Σπάσε την γλάστρα και ξερίζωσε το φυτό.
Σε έχει ανάγκη.
Αγνόησέ το.
Πέταξέ το με το χώμα μαζί στην άσφαλτο.
Χωρίς νερό.
Να ξεραθεί αργά και βασανιστικά.
Όπως σε ξέραινε αργά και βασανιστικά
Τόσο καιρό.
Βαρέθηκα τα όνειρα.
Είναι τα ίδια καιρό τώρα.
Στρέφονται γύρω από το μυαλό
Με την ίδια ταχύτητα. Την ίδια ροπή.
Μάθημα φυσικής κατάντησαν.
Γαμήσου εσύ και οι αριθμοί σου.
Εσύ και οι νόμοι σου.
Εγώ δεν θα σε αλλάξω και το ξέρεις.
Γι αυτό και εμφανίζεσαι κάθε βράδυ.
Δεν θέλω να σε αλλάξω.
Θέλω να σε πετάξω. Να σε συντρίψω.
Να εξαερωθείς να υγροποιηθείς, να γίνεις ότι θες.
Δεν θα σε κάνω εγώ ότι θες.
Όπως αυτοσυντηρείσαι από την σάρκα μου
έτσι κάνω και εγώ. Από την σάρκα μου.
Στην έδωσα και την κατασπάραξες λαίμαργα
Σπιθαμή προς σπιθαμή.
Δεν άφησες ούτε δράμι για κάποιον άλλο.
Έτσι ήρθε η ώρα να πεινάσεις.
Γιατί έφτιαξα άλλη σάρκα.
Για να την αφήσω στο δρόμο.
Γρατζουνιά γρατζουνιά
καθώς σύρεται το σώμα μου,
να αφήνει και από λίγο.
Να το ευχαριστιέται.
Και να πεθάνει ήσυχο και λέφτερο σε κάποια γωνία.
Σε κάποιο φανάρι που μόλις άναψε πράσινο.



