Αρχείο για Σεπτεμβρίου 2008

24
Σεπτ.
08

Στρογγυλή στιγμή

 

04/09/2008

 

 

Δύο σταγόνες, διάφανες

ενώνονται και χωρίζουν.

Και πάλι και πάλι.

Το στομάχι χορτάτο

γεμάτη και η ψυχή.

Αδειάζουν και τα δύο

και ξαναγεμίζουν.

Και πάλι και πάλι.

 

Μια βάρκα πλέει στα ανοιχτά

Πλέει;

Τη χαϊδεύει η θάλασσα,

κουνιέται λεία στο κύμα,

το απαλό της αφής

απωθείται.

Και πάλι και πάλι.

 

Το φως στο βάθος φωτίζει.

Δεν ξέρεις τί;

Χάθηκε ο προσανατολισμός.

Και όταν όλα αυτά τα σκεπάσει μουσική,

ένα πανωφόρι, μία κραυγή,

τότε το όλο γίνεται

μια στρογγυλή στιγμή.

 

Το παρόν είναι επετειακό για τον ένα χρόνο μου στα μπλόγκς με πρώτη ανάρτηση εδώ. 

Σας ευχαριστώ όλους για το ταξίδι τούτο, φίλους και εχθρούς, και σας υπόσχομαι να μην σας αφήνω σε ησυχία.

10
Σεπτ.
08

Το φουλάρι

 

 

Ο πίνακας είναι του ζωγράφου Γεωργίου Πολύζου και λέγεται «Τα λουτρά της ωραίας Ελένης» σε διαστάσεις 1,45Χ0,90

 

 

O Β. ήταν κοντά στα 12. Ορμόνες στο φουλ. Φουλ του άσσου φουλ του Ρήγα δεν είχε σημασία. Έβλεπε θηλυκό και ξεχνούσε πως τον λέγανε. Ειδικά εκείνη την περίοδο που ήταν Άνοιξη. Είχε αναμνήσεις από την μητέρα του καλύτερού του φίλου όταν ήταν στο δημοτικό ακόμα. Έφευγε ο συγχωρεμένος ο άντρας της και εκείνη ξεκινούσε δουλειές του σπιτιού με πρώτο το σκούπισμα. Τα δύο φιλαράκια έπαιζαν Μονόπολυ. Αλλά ο Β. είχε καρφωμένο το βλέμμα του στο μπούστο της κυρίας Μ. Όταν αυτή έσκυβε να μαζέψει τα σκουπίδια στο φαράσι το αίμα ανέβαινε στον εγκέφαλο και το πουλί του ακουμπούσε στο φερμουάρ του παντελονιού του. Υπήρξε και μία φορά που ο κολλητός του πήγε στην τουαλέτα και ο Β. κάθισε και την έπαιξε ώσπου να τελειώσει μέσα στο παντελόνι. Έπαιζε την δικιά του Μονόπολυ με δικούς του όρους. Πόσα και πόσα σπερματοζωάρια θα πήγαν χαμένα εκείνη την περίοδο δεν μπορεί να υπολογίσει ακόμα. Πάντως ξεπερνάνε σίγουρα τον πληθυσμό της Κίνας.

 

Έτσι και εκείνη την περίοδο. Μόλις είχε γνωρίσει την Κάτια. Αγγελικό πρόσωπο. Μαλλιά πιασμένα κοτσίδα που έτρεμε παιχνιδιάρικα σε κάθε της κίνηση. Δύο λακκάκια στα μάγουλα έτοιμα να υποδεχτούν ποταμούς δακρύων που θα μπορούσε αργότερα ο Β. να στεγνώσει. Όσο για σώμα δεν θυμάται. Ποιος κοιτούσε άλλωστε σώμα σε εκείνες τις ηλικίες; Σημασία είχε να την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Και δεν ήταν και πολλές οι φορές. Κάθε Πάσχα, Χριστούγεννα και γιορτές. Έμενε μακριά η Κάτια και συναντιόντουσαν όταν οι φίλοι γονείς της ανέβαιναν στο χωριό.


Οι μεγάλοι κάθονταν στο σαλόνι και τα παιδιά στο υπνοδωμάτιο. Η Μαρία (κόρη των κουμπάρων του Β.)  ο γκόμενός της ο Θοδωρής (αδερφός της Κάτιας) και ο Β. Δύο μικρά ζευγαράκια που δεν ήξεραν πού πάνε τα τέσσερα. Καθόταν ο ένας στην αγκαλιά της άλλης και τούμπαλιν και έτσι περνούσε η νύχτα. Και περνούσε ταχύτατα η πουτάνα.

 

Καθώς τελείωνε το Φθινόπωρο  ήρθαν τα γενέθλιά του και μαζεύτηκαν οι μεγάλοι να το γιορτάσουν και οι μικροί να κάνουν την δικιά τους γιορτή. Δώρα δεν υπήρχαν τότε για τους μικρούς. Μόνο οι μεγάλοι έφερναν ένα μπουκάλι ουίσκι στους άλλους μεγάλους ως σύνηθες δώρο. Η Κάτια περιεργαζόταν το κεφάλι του  καθώς το χάιδευε. Και του είπε περιπαιχτικά: «Τι βλέπω; Έχουμε ψειρίστσες; Γι αυτό κουρεύτηκες τόσο στρατιωτικά;» Κοκκίνισε από την ντροπή αλλά βρήκε το κουράγιο να ψελλίσει μία φράση: «Με κόλλησαν στο σχολείο αλλά παίρνω μία ειδική αγωγή και σε ένα μήνα θα έχουν φύγει από πάνω μου». Δεν έλεγε την αλήθεια. Τις ψείρες τις είχε από το δημοτικό μέχρι την Δευτέρα λυκείου. Και τι δεν είχε δοκιμάσει. Αμπούλες στο μπουφάν (στην μέσα τσέπη), χτένια, ειδικά σαμπουάν, σπρέι που του κοβόταν η ανάσα. Σωστό πειραματόζωο. Μάταια. Δεν είχε γίνει τίποτα. Όταν σταμάτησε να ασχολείται μαζί τους την κάνανε με ελαφρά.

 

Η βραδιά κύλησε σκατά. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Και δεν μπορούσε να ακουμπήσει και την Κάτια. Φοβόταν μην την κολλήσει και εκείνη ψείρες. Λίγες αγκαλιές και από εκεί και πέρα ζήλευε τον Θοδωρή που δεν είχε αφήσει από την αγκαλιά του την Μαρία.

 

Εκείνη η βραδιά είχε σημαδευτεί από ένα τραγούδι. Το λαμπάντα. Ο Β. δεν το χόρεψε αν και το κασετόφωνο το έπαιξε 4 φορές. Δεν χόρευε. Ήταν βαρύς Ηπειρώτης και τα κουνιστά τα χόρευε σαν τον Σουγκλάκο να προσπαθεί να χορέψει μπαλέτο. Δεν ήταν βαρύς στα κιλά αλλά στα βήματα. Χτικιάρης ήταν. Αντίθετα η Κάτια στροβιλιζόταν σαν αερικό που γέμιζε το δωμάτιο με χρώματα και αρώματα. Και μία κοτσίδα τόση δα να πηγαίνει πέρα δώθε μεθυσμένη.  Και τα μάτια του υπνωτισμένα ακολουθούσαν ανήμπορα να κοιτάξουν οτιδήποτε άλλο μέσα στο δωμάτιο.

 

Η βραδιά τελείωσε και έφυγαν όλοι. Έμεινε σαν τρόπαιο το φουλάρι που φορούσε η Κάτια ποτισμένο με μπόλικο άρωμα από το λαιμό της. Το είχε ξεχάσει και ο Β. το έλαβε σαν το καλύτερο δώρο που του έχουν κάνει. Το φυλούσε σαν κόρη οφθαλμού. Όποτε είχε δύσκολες μέρες στο σπίτι έτρεχε στο αποκούμπι του. Στο δεκανίκι. Βουτούσε το πρόσωπό του στο φουλάρι και μύριζε τις ευωδιές του Παραδείσου. Λίγο λίγο όμως γιατί φοβόταν μην ξεθυμάνει από την πολλή χρήση. Να έχει και για αργότερα. Εξάλλου μπορεί να έκανε να την δει μήνες. Ακόμα και μετά από 3 μήνες που έπρεπε να πάει να ξανακουρευτεί (στον μοναδικό κουρέα που δεχόταν να τον κουρέψει) πριν φύγει από το σπίτι, βούτηξε το πρόσωπό του στο φουλάρι και ρούφηξε ότι υπήρχε από την Κάτια. Τον φοβόταν τον κουρέα γιατί του την έλεγε και τον μείωνε συνέχεια για τις ψείρες του.

 

Το φουλάρι χάθηκε. Το ίδιο και οι ψείρες. Η μυρωδιά όμως είναι ακόμα μέσα του και παίζει με την φαιά ουσία του. Την πηγαίνει πέρα δώθε όπως πήγαινε η κοτσίδα της Κάτιας καθώς χόρευε Λαμπάντα. Ήταν τότε το 91-92 που κυριάρχησε η φράση πως σε 10 χρόνια θα το έχομε ξεχάσει. Η μυρωδιά δεν ξεχνιέται. Το φουλάρι ας μπορούσε να ξεχαστεί στα χέρια του και πάλι. Έτσι για να υπάρχει ένα δεκανίκι για την ώρα του κουρέα.

 

Συνεχίζεται…

02
Σεπτ.
08

Άρτον και θεάματα

 

O Β. έφτασε πλέον τα 17. Μικρός ήταν πολύ ζωηρός και πολύ φωνακλάς. Όλοι λέγαν στην μητέρα του πως όταν μεγαλώσει θα γίνει πράος και ήσυχος άνθρωπος. Με την καμία όμως. Διάολος ήταν.

 

Τότε ήταν η εποχή που πήγαινε μόνος του στο γήπεδο. Είχε γραφτεί και σε σύνδεσμο. Όχι όποιον και όποιον. Cockneys με το όνομα που στεγάζονταν τότε στην Μενάνδρου με αρχηγό τον Στέφανο. Έναν άνθρωπο με παλάμες κουπιά. Ψηλός και γεροδεμένος. Αντίθετα με τον κολλητό του τον Μπλάκυ που ήταν χτικιάρης και κοντός με σάπια δόντια από τα «σιρόπια». Και μια φαγωμένη μύτη από «σκύλο» κατά τα λεγόμενά του.

 

Φανατίκλα του κερατά. Μπόλικο χασίς, μπόλικες γκόμενες ροκούδες με αλυσίδες-σκουλαρίκια στην μύτη, μπόλικα σκουλαρίκια και αυτός (6 στο αριστερό αυτί και 3 στο δεξί).  Όλα στο μπόλικο. Όπως και η ζωή του. Από καυγά σε καυγά πήγαινε και κάπου εκεί ενδιάμεσα είχε και ένα δικαστήριο που το γλίτωσε στο τσακ που λένε.

 

1994. Σούπερ καπ. Παναθηναϊκός ΑΕΚ 3-0. Αύγουστος μήνας. Ντάλα λιοπύρι. Κάπου στο βράδυ τελείωσε ο αγώνας και ξεκίνησε η παρέα για την επιστροφή. Από την Κηφισίας γιατί τον ηλεκτρικό τον είχαν δώσει στα χανούμια. Τα λεωφορεία πηγαινοέρχονταν γεμάτα. Τίγκα κόσμος με πράσινα κασκόλ. Τότε το μαστ ήταν να πας με συγκοινωνία. Μήπως και γίνει κανένα τζέρτζελο στο δρόμο. Ξέρεις… με κανέναν αλλόθρησκο περαστικό στο δρόμο, με κανέναν αλλόθρησκο στο λεωφορείο που ξέμεινε κατά λάθος. Με τον πανικό όταν εν κινήσει το λεωφορείο πηγαίνει πέρα δώθε λόγω των συνθημάτων. Με τα τσιγάρα μέσα σε αυτό και τα καπνογόνα ενίοτε. Ντουμάνι τέτοιο που ούτε καπνοπαραγωγοί δεν άντεχαν.

 

Δεν πήραν κανένα διερχόμενο λεωφορείο. Αντίθετα περπάτησαν προς τα πάνω μήπως και βρουν κανέναν ξεχασμένο να τον τρομάξουν. Καθώς ανέβαιναν θυμήθηκαν τα της νύχτας με τον Καρνέζη. Το έμαθαν καθώς πίνανε στο 35 στο Μαρούσι. Χανούμικο στέκι αλλά ροκ χώρος από τους λίγους αυθεντικούς. Είδαν και στην τηλεόραση την άλλη μέρα τον Στέφανο λουσμένο στα αίματα να λέει πως τον έπιασε τον φονιά και τον παρέδωσε στους μπάτσους. «Ματωμένος όπως ήταν πρέπει να τον παρέδωσε γαμιόντας» είπαν και γέλασαν. Έριξαν και μία τελευταία ρουφηξιά.

 

Εκείνη την νύχτα σηκώθηκαν όλοι και ξέραν τι έπρεπε να γίνει. Θα κατέβαιναν στον σύνδεσμο με τα μηχανάκια για να πάρουν γραμμή και να ξεκινήσουν το ολοκαύτωμα. Ποια γραμμή δηλαδή; Ήταν προκαθορισμένες οι κινήσεις. 300 μηχανάκια χωρίς κασκόλ ξεκίνησαν(αυτό το να μην φοράς κασκόλ σε ώρα συμπλοκής ποτέ δεν το κατάλαβε ο Β.). Σπασμένος ο σύνδεσμος του Υποβρύχιου στην Ομόνοια, σπασμένο το «δωματιάκι» στην Λεωφόρο και ακόμα άλλοι 11 σύνδεσμοι σε όλη την Αθήνα, Πειραιά και προάστια. Κάπου στους 25 συνολικά σε όλη την Ελλάδα. Της πουτάνας. Και όμως οι μπάτσοι δεν πιάσαν κανέναν τους.

 

Προχώρησε η ώρα και είπαν(μιας και κανένας αλλόθρησκος δεν βρέθηκε στον δρόμο τους) να πάρουν ένα άδειο «508» που ανέβαινε εκείνη την ώρα. Μέσα άλλοι περίπου 7 βάζελοι, ένας μπάτσος, 3 Κινέζοι τουρίστες και λίγος κουρασμένος λαός. Ο Β. κάθισε απέναντι από την κεντρική πόρτα πριν το «λάστιχο». Ξαφνικά το λεωφορείο το σταμάτησε μια «πορεία» 40 Αεκτζίδων που «ψάχνονταν». Μπήκαν μέσα 3 και άρχισαν να ζητάνε κασκόλ. Έφτασαν στον Β. Το κράτησε με τα χέρια του στον λαιμό του και δεν σκεφτόταν τίποτα. Είδαν τα μικρά πως δεν το παίρνανε και πήγαν πιο πίσω. Τότε του Β. του γύρισε το μάτι και άρχισε να πλακώνει τον έναν μικρό μέσα στο «λάστιχο». Ασήκωτο τον έκανε.

 

Οι απ’ έξω δεν είδαν τίποτα και δεν μπούκαραν. Το μόνο που είδαν ήταν τον μικρό να πετάγεται με το κεφάλι έξω και να σκάει στο πάτωμα με τα μούτρα γεμάτα αίματα. Αγρίεψαν τα πράγματα και ο Β. κάθισε μπροστά στην πόρτα για να μην μπει κανείς και φώναζε στον οδηγό να κλείσει την πόρτα και να φύγει γιατί θα γινόταν μακελειό. Έτσι και έγινε. Οι απ’ έξω τα πήραν και άρχισαν να πετάνε κοτρόνες. Τζάμια σπάσανε, 3 Κινέζοι βρέθηκαν να κάθονται σε ένα κάθισμα και να ουρλιάζουν από τρόμο, ο μπάτσος να σταυροκοπιέται «εκτός υπηρεσίας» στο άλλο κάθισμα. Και μία από αυτές τις κοτρόνες πέτυχε τον Β. στον ώμο και τον άφησε σχεδόν παράλυτο για μια εβδομάδα. 

 

Νταξ, ήξερε ο Β. πως ήταν μαλακίες αυτά αλλά τα είχε μέσα του. Δεν του τα έβγαζε κανένα κήρυγμα. Σαν και αυτά που του λέγαν στο κατηχητικό όταν ήταν στο δημοτικό. Ξέδινε στις φασαρίες, στην ντραμς του, στα ξενύχτια με γυναίκες αλλά και χωρίς γυναίκες, στα «ζαμπόν» και στο γήπεδο. Δεν υπήρχε τότε Πολυτεχνείο. Είχε περάσει ανεπιστρεπτί και έπρεπε η οργή να βγει κάπως έξω στον κόσμο να ανασάνει. Άλλωστε οι τότες «ηγέτες» μπαίναν στη φυσούνα με το όπλο και καθόριζαν το αποτέλεσμα πάντα για τον λαό. Άρτον και θεάματα…

 

Συνεχίζεται…

 

ΥΓ Στο παραπάνω έχουν αλλοιωθεί ζητήματα(όπως έχει πει και ο ΚΚΜοίρης: «κάνω πως γράφω και προσποιείστε πως με διαβάζετε»). Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις δεν είναι τυχαία αλλά τροποποιημένα. Τόσο δραματικά δεν ζούσε ο Β. αν και το ήθελε και αναζητούσε κάποτε. Αναζητούσε μάταια έναν σκοπό. Σαν το Πολυτεχνείο.

 




Φοβάστε;

Δήλωση

apoklinousa-1

Η γωνιά του Ιατρίδη…

Δήλωση




Αλήτες, ρουφιάνοι, bloggers!

+Σουβλόγησον-Τσίκνησον+

Σεπτεμβρίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.   Οκτ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Δημοφιλή άρθρα