Posts Tagged ‘αφήγηση ενός μεθυσμένου

14
Σεπτ.
11

Η φτήνια της ζωής

26/08/2011

Γνώρισα ένα εξαιρετικό άνθρωπο το 2009. Στο καφέ. Βλέπαμε αγώνες μαζί. Παναθηναϊκός γαρ. Και ερχόντουσαν τα κεράσματα. Το ένα πίσω από το άλλο. Εκατέρωθεν. Αρχοντικός, ήρεμος. Κοντά στα 60. Διευθυντής τράπεζας. Δεν έχει σημασία πλέον.

Κάποια στιγμή του έκανα μία προσφορά για επέκταση της ηλεκτρολογικής του εγκατάστασης. Μου είπε πώς θα τα φτιάξουμε. Και συνεχίζαμε και βλέπαμε αγώνες. Στο ίδιο καφέ. Στην ίδια θέση.

Σήμερα γύριζα τον γιο μου από μία βόλτα που είχαμε πάει. Είχαμε χαθεί για 2-3 μήνες και έξω από το σπίτι του, έβλεπα σε όλες τις βόλτες που πήγαινα, το αμάξι του. Αμίλητο, ακούνητο. Έτσι και σήμερα. Το είδα εκεί. Αμίλητο, ακούνητο. Όμως τον είδα και αυτόν. Με πατερίτσες. Και την γυναίκα του. Και μία άλλη γυναίκα.

Τί κάνεις; Ρώτησα.
Μην τα ρωτάς. Απάντησε.
Είσαι καλά; Ρώτησα.
Μην τα ρωτάς. Απάντησε.
Περαστικά σού εύχομαι.
Έγνεψε και περίμενε να φύγω για να διαβεί το κατώφλι της εξώπορτας.

Η φτήνια της ζωής είναι να γαμιέσαι για να φτιάξεις κάτι και στο τέλος να περιμένεις να περάσει ο γνωστός για να κάνεις την βόλτα σου. Αδυνατισμένος. Υποβασταζόμενος.Με το αμάξι στη θέση του. Αμίλητο, ακούνητο.

24
Μάι.
11

1489 λέξεις για την κρίση (λέξεις υπάρχουν)

 

Μικρός ήμουν και μεγάλωσα. Με ελπίδες με πόνο και με όνειρα. Σαν όλα τα παιδιά (σχεδόν). Από μικρός άκουγα συγκεκριμένες λέξεις καθημερινά. Σαν να έπρεπε να κάνω την διατριβή μου σε αυτό που θα σκέφτομαι όταν θα μεγαλώσω. Οι λέξεις άλλαζαν ανάλογα με την εποχή και επανερχόντουσαν ανάλογα με την συγκυρία. Πάντα όμως «επίκαιρες». Πάντα «έτοιμες» και πάντα «φρέσκιες».

Παιδί της μεταπολίτευσης γεννήθηκα και δεν είδα κάποια επανάσταση στο πετσί μου. Δεν είδα κάποιο ξεσηκωμό. Δεν είδα τίποτα. Μαμούχαλος πέρασα την ζωή μου. Μεγάλωσα μέσα σε, κυρίως, κακουχίες. Οικονομικές. Δεν ήξερα όμως πώς να αντιδράσω. Ούτε οι δικοί μου. Δεν βολεύτηκαν πουθενά. Αλλά δεν ήξεραν. Αυτό που είχαν μέσα τους είναι ότι οι κακουχίες οι οικονομικές είχαν έρθει λόγω χούντας και έπρεπε η Ελλάδα να μπει σε ρυθμό ανάπτυξης! Είδατε ειρωνεία; Το πίστευαν πραγματικά και έτσι το ίδιο σκεπτικό μεταλαμπάδευσαν σε μένα, με το ίδιο σκεπτικό ζούσαν. Ήρεμοι, χωρίς αντιδράσεις μην τυχόν και χάσουν την δουλίτσα τους (δεν τα αναφέρω υποτιμητικά, Ήρωες ήταν οι άνθρωποι) και δεν έχουν ψωμί να φάνε τους μήνες εκείνης της εποχής.

Αλλαγή λέγαν είναι και θα περάσει. Θα έρθουν καλύτερες μέρες. Θα σταματήσουμε να ψάχνουμε εικοσάδραχμα στις τρύπιες τσέπες για να πάτουμε μισό κιλό ψωμί να φάμε. Αυτοί οι από πάνω δεν μπορεί. Γραμματιζούμενοι είναι, καλά τα λένε, θα τα φτιάξουν τα πράγματα. Δεν θα μας αφήσουν έτσι. Και έτσι και μας σώσουν, κορώνα στο κεφάλι μας θα τους έχουμε. Και περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια. Και αλλαγή δεν ερχόταν. Αντίθετα μάθαμε για ΟΝΕ. Αλλά υπό όρους. Και έτσι προς το παρόν έπρεπε να κάνουμε λίγη ακόμα λιτότητα και μετά θα μπούμε με τα τσαρούχια στην ΟΝΕ. Στην οποία πλέον η χώρα θα απογειωθεί. Θα εκσυγχρονιστεί. Και αυτό ήταν που αποζητούσαμε τελικά.

Ο εκσυγχρονισμός. Να γίνουμε κάτι νέο. Πιο ωραίο. Πιο ευρω-πέο. Πιο γαμάτο ρε παιδί μου. Να μην μείνουμε μπουρτζόβλαχοι. Να παίξουμε λίγο χρηματιστήριο. Πώς όμως; Αφού λεφτά δεν έχουμε. Είμαστε ακόμα σε λιτότητα γιατί έτσι έχουμε μάθει αλλά δεν ξέρουμε ως πότε και δεν μας νοιάζει. Δεν μας νοιάζει γιατί θα πάρουμε δάνειο 1 εκατομύριο σε δρχ και ουχί σε ευρώ για να τα επενδύσουμε στο χρηματιστήριο. Να αυγατίσουν και να γίνουν σπίτι να βάλουμε το κεφάλι μας μέσα. Να πάρουμε και ένα καλό αμάξι. Γιατί το παλιό πάλιωσε πλέον. Δεν αρμόζει στην Ευρώπη. Όπως δεν αρμόζει στην Ευρώπη το ΟΝΕ. Και έτσι καλύτερα το κάνανε Ε.Ε. Θυμίζει λίγο το SS. Αλλά μόνο λίγο. Και αφού αυτοί προχωράνε μπροστά έτσι πρέπει και εμείς. Να προχωρήσουμε μπροστά.

Κλείσανε οι πόρτες του Χρηματιστηρίου και μείναν οι πολλοί μέσα με τα κλειδιά από έξω. Βαφτίστηκαν ως οι εγκλωβισμένοι του Χρηματιστηρίου και άσε να προχωρήσουμε παρακάτω. Λίγο ακόμα λιτότητα και θα φτιάξουν τα πράγματα. Η κυβέρνηση θα κάνει τα δέοντα για να προφυλάξει τους πολίτες της. Όχι πριν το κακό. Άλλωστε κανείς δεν τους εξέλεξε για να είναι μάντεις εκεί στην Βουλή. Δεν το γνωρίζανε το φιάσκο με το Χρηματιστήριο. Αλλά τώρα που το είδαν θα το φτιάξουν. Λίγο ακόμα λιτότητα χρειάζεται και όλα θα φτιάξουν. Όπως και σε κάθε άλλη υπόθεση διαπλοκής και διαφθοράς έτσι και εδώ η κυβέρνηση προαναγγέλει: « θα μπει το μαχαίρι στο κόκκαλο, δεν θα υπολογίσει το ανάλογο πολιτικό κόστος, θα χυθεί άπλετο φως, δεν θα χαριστούμε σε κανέναν, οι υπεύθυνοι θα βρεθούν και θα τους αποδοθούν όλες οι ευθύνες όσο ψηλά και αν βρίσκονται, σε αυτό το θέμα θα υπάρξει απόλυτη διαφάνεια και φυσικά θα λάμψει η αλήθεια.»

Και πολλά άλλα γίναν από τότε. Πολλά Βατοπέδια έχουν θαφτεί και δεν  τα ξέρουμε και ούτε πρόκειται να τα μάθουμε, πολλές Siemens. Όπως και κάποια που έχουμε μάθει από σπόντα τα μάθαμε ή από συμφέρον τρίτου. Έχετε την εντύπωση πως τα ΜΜΕ είναι εδώ για πληροφόρηση;

Και έτσι περάσαν τα χρόνια. Κι άλλα χρόνια και άλλη υπομονή. Και άλλη υπομονή για τις ευθύνες που παρέμεναν ορφανές, με έναν λαό σε σύγχυση. Τελείως άπραγο καθώς δεν ήξερε τί να πολεμήσει. Τί έχει απέναντί του. Και έκανε υπομονή. Κάποια στιγμή όλα θα φτιάξουν. Τόσα χρόνια λιτότητας κάναμε. Δεν γίνεται. Όλο και κάποιο κομπόδεμα θα έχει μείνει για να κάνουμε επενδύσεις σαν χώρα. Να σταματήσουμε να δανειζόμαστε από τρίτους. Να μπούμε στον ρυθμό ανάπτυξης που περιμένουμε.

 Και αυτό ήρθε. Φευγαλέα και ψεύτικα αλλά ήρθε. Ήρθε το έτος σημάδι για τον ελληνικό πολιτισμό. Ο φάρος μας στην διαδρομή μας. Η ολυμπιάδα που όλοι περιμένανε. Και νάσου μεγάλα λόγια από εδώ. Και κοίτα μεγάλα έργα από εκεί. Κοίτα λαέ ανάπτυξη. Κοίτα χαμηλά ποσοστά ανεργίας. Κοίτα δουλειές με φούντες. Μακροημέρευση δεν ήθελες; Την έχεις και με το παραπάνω. Αλλά οι αγώνες έφυγαν. Τα μεγάλα έργα αράχνιασαν και τα βάλαμε στον κώλο μας. Αντίθετα στα όσα μας λέγανε οι ΑΡΔ πως τα στάδια γίνονται για τον λαό. Για να πηγαίνει να αθλείται η νεολαία. Αλήθεια πόσες φορές άκουσα αυτήν την παπαριά Θεέ μου;  Όλα ήταν πούτσες μπλε και το ξέραμε. Αλλά ξέραμε να κάνουμε υπομονή. Ξέραμε τόσα χρόνια. Άλλωστε το λέγανε οι μεγάλοι πως δεν θα υπάρξουν πρόσθετα μέτρα. Δεν υπάρχει λόγος.

Και σιγά σιγά και υπομονετικά ήρθαμε στο σήμερα. Εδώ που ο κόμπος έφτασε στο χτένι αλλά πλέον δεν είμαι σίγουρος για τίποτα. Ούτε καν για την αντίδρασή μου. Σίγουρα δεν θα είναι e-πανάσταση. Σίγουρα αν σκουρίνουν λίγο ακόμα τα πράγματα προκειμένου να κατεβάσω κεφάλι, όπως έκανα τόσα χρόνια, ΣΙΓΟΥΡΑ θα πάρω κεφάλια. Όσα μπορώ και αν μπορώ. Σίγουρα θα πέσουν φάπες. Σε κάθε χοντρομπαλά και μη πολιτικό. Κρατικό ή τοπικό. Θα καούν μέσα μου όλοι. Και οι χλωροί και οι ξεροί. Δεν θα τολμούν να βγουν έξω. Γιατί πλέον δεν θα μπορώ να αγοράσω γιαούρτι να τους το ρίξω. Και έτσι θα τους ρίξω φάπες. Και αυτό δεν είναι από τα ΘΑ που ακούγαμε τόσα χρόνια. Αυτό δεν είναι κάτι το μη υπαρκτό. Το αίμα έχει φτάσει στο κεφάλι και επιστροφή δεν υπάρχει.

Πλέον όλοι οι καρεκλοκένταυροι πολιτικάντηδες είναι απέναντί μου και με εμποδίζουν. Πλέον, τους ψηφίζω δεν τους ψηφίζω, θα προσπαθήσω να τους γαμήσω. Έτσι απλά και ξάστερα. Αυτός είναι σκοπός της ζωής μου μετά από το να επιβιώσω εγώ και η οικογένειά μου. Να γαμήσω όλους αυτούς που φτάσανε το μέλλον μου εδώ που είναι χωρίς να με ρωτήσουν. Όλους αυτούς και τα φερέφωνά τους που τώρα με κατηγορούν, κύριε Παπαδημητρίου του ΣΚΑΙ, πως έχω βάλει και εγώ το χεράκι μου σε αυτήν την κρίση και πρέπει πλέον να δεχτώ τις διαρθρωτικές αλλαγές. Πρέπει να ωριμάσω. Να ωριμάσεις εσύ ρε γαμημένε που τολμάς να αναφέρεσαι σε μένα χωρίς καν να με ξέρεις. Χωρίς να ξέρεις την πείνα που έχουν περάσει οι δικοί μου. Που προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να μην την μεταφέρουν σε μένα. Εν αγνοία μας γινόντουσαν όλα και το ξέρεις. Ούτε για τους δανεισμούς δεν μας ρώτησε κανείς, ούτε για τους Ολυμπιακούς, ούτε για τα ομόλογα. Όλα στην πλάτη μας και στην πλάτη των γονιών μας κατ’ αρχήν. Αγράμματοι ήταν οι άνθρωποι και δεν μπορούσαν να ξέρουν. Και αγράμματους τους θέλατε ΕΣΕΙΣ. Για να τους πηγαίνετε όπου θέλετε. Με αυτήν την δωρεάν δημόσια παιδεία των χωριών. Με έναν δάσκαλο ανά τρίμηνο.

Λοιπόν κ.κ Πάγκαλε και ΣΙΑ να τα βάλουμε τα πράγματα σε μία βάση. Μαζί ΔΕΝ τα φάγαμε. Το μαρτυράει και η κοιλιά άλλωστε.  Δεν έχω βάλει κανένα χεράκι. Δεν έχω παντελωνιάσει καμία μίζα. Δεν έχω διοριστεί από κανέναν. Δεν έχω κυβερνήσει. Δεν έχω κλέψει (έστω ότι έκλεψα ένα λεξικό κάποια στιγμή αλλά το πληρώνω χρόνια τώρα με την έλλειψη λέξεων που μου επέβαλλε ο εαυτός μου). Δεν έχω εξαπατήσει. Δεν είμαι πολιτικός. Οπότε τα πράγματα είναι απλά: ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ. Απόδειξέ μου μαλάκα από τους 300 πως χρωστάω ΕΓΩ έστω και ένα ευρώ. Έστω και μία γαμημένη δρχ, πέρα από το λεξικό. Βρες μου ένα πραγματικό ευρώ  η δρχ που χρωστάω στο κράτος σε αντιδιαστολή με όσα μου έχει στερήσει και εγώ δηλώνω υπεύθυνα και με την βούλα πως θα στήσω κώλο να με πάρει όλη η τρώικα. Όλο το ΔΝΤ.

Μέχρι να ανακαλύψετε κάτι τέτοιο, εγώ θα είμαι απέναντί σας. Με κίνηση εναντίον σας πλέον και όχι στάσιμος. Δεν θα δεχτώ πλέον τίποτα από όσα μου ορίζετε. Θα είμαι ο εφιάλτης που δεν έχετε τολμήσει να ονειρευτείτε. Θα φτύσετε το μητρικό γάλα που έχετε πιει. Και προσέξτε, σας το ξαναλέω και επισημαίνω: Φροντίζω να τηρώ τις υποσχέσεις και τα χρέη μου στο ακέραιο. Γιατί έτσι έμαθα να είμαι απέναντί σας. Εσείς που τα κάνατε πουτάνα εσείς να τα λουστείτε. Στα αρχίδια μου που θα βρείτε τα λεφτά για τα χρέη. Εγώ δεν πρόκειται να σας δώσω τσακιστή δρχ. Δεν μπορείτε τόσα χρόνια να μου μιλάτε για λιτότητα και αντί να μου δώσετε στο τέλος να φτάνω να χρωστάω κιόλας. Είναι αδιανόητο.

Μπορεί να λαϊκίζω αλλά εγώ μπορώ να το κάνω. Αυτοί οι 300 ξυσαρχίδιδες της Βουλής δεν μπορούν. Και οι εκφράσεις του τύπου θα το περάσουμε μαζί και θα βγούμε νικητές είναι πέρα για πέρα όχι η αισιόδοξη πλευρά του πράγματος αλλά για παιδιά νηπιαγωγίου. Δεν θέλω να κάνω τίποτα μαζί σας. Με γαμήσατε τόσα χρόνια. Προτιμώ να γαμιέμαι μόνος μου από εδώ και πέρα.

Κουφάλες…

02
Μάι.
11

Το κατακάθι

Όταν ένα σοκ μεγάλο περνάει, μένουν τα κατακάθια να πιωθούν. Αυτά τα δύσκολα.

Βγήκαμε από το νοσοκομείο, ελπίζω για πάντα. Θα το δείξουν οι διαδοχικές εξετάσεις για την παρακολούθηση που λέγαμε. Σπάνια η συγκυρία της ασθένειας μας είπαν (χαμηλό ασβέστιο με ταυτόχρονα χαμηλή βιταμίνη D που προέρχεται από τον Ήλιο). Σπάνια που αν δεν ασχολιόταν πλειάδα γιατρών ίσως να είμασταν ακόμα μέσα. Ίσως…

Οι μέρες θα δείξουν αν η άνοδος του ασβεστίου συνεχίζεται και παράλληλα συνεχίζεται και η πτώση του φωσφόρου. Εν καιρώ.

Το κατακάθι είναι που με καίει. Εκεί που είμαι στην ρουτίνα μου, στο σπιτάκι μου και στην οικογένειά μου, ξαφνικά γινόμαστε από 2 χωριά χωριάτες. Ο μεγάλος στην  γιαγιά, ο μικρός με την γυναίκα στο νοσοκομείο, και εγώ μόνος να κρατάω τοίχους στο άδειο και κρύο σπίτι. Και τα καλοριφέρ τα δούλευα κανονικά. Μάταια. Δεκατέσσερις μέρες δεν μπόρεσα να κρατηθώ ούτε λεπτό στο διπλό κρεβάτι. Στον καναπέ γάμησα τον σβέρκο μου αλλά ήταν το λιγότερο που με απασχολούσε.

Το κατακάθι όμως λέει και άλλα. Λέει πως η ρουτίνα ίσως να μην είναι και ρουτίνα με την σημερινή έννοια. Ίσως να είναι και το ζητούμενο. Γιατί όταν την έχασα στην φουρτούνα, κολύμπησα. Καλά θαρρώ. Άντεξα. Τώρα όμως, με το πέρας της φουρτούνας χάνω το πάτωμα από τα πόδια μου. Τώρα που χάθηκε η βεβαιότητα. Η βεβαιότητα του οι άλλοι πεθαίνουν όχι εμείς. Την βεβαιότητα του πρώτα θα γεράσω και μετά θα πεθάνω ενώ τα παιδιά μου θα γεράσουν και εκείνα κτλ.

Και το πάτωμα φεύγει και γλιστρά και χάνεται. Και εμφανίζεται κινούμενη άμμος. Που δεν σκοτώνει. Δεν κάνει χάρες. Ποτίζει με αβεβαιότητα. Ποτίζει με το φόβο όχι ότι θα σε σκοτώσει. Αυτό πλέον είναι το λιγότερο. Αλλά πως έχει την δύναμη να βλάψει αυτούς που αγαπάς.

Κύριε Μοίρη, σκόπευα αλλιώς να εκθιάσω τις μουσικές που έχω μαζέψει από εσάς αλλά κάθε αλλιώς είναι αλλιώτικο. Αυτή η μουσική σας ανήκει όπως μου την χαρίσατε απλώχερα. Τα συναισθήματα του πάνω κειμένου αποτυπώνονται σε αυτό το δημιούργημα. Και σας ευχαριστώ.

Συνεχίζεται…

04
Μαρ.
11

Βράδυ Πέμπτης

Μόλις έχω βγει στην βεράντα να καπνίσω ένα τσιγάρο. Το τέταρτο της ημέρας και ήταν 1 το πρώι. Δύσκολη ημέρα και αυτή. Όπως και οι προηγούμενες. Όπως και οι επόμενες. Τί να πει και το στεφάνι μου που περνάει άλλα τόσα; Είπαμε: εδώ θα αφήσουμε τα κόκκαλά μας και ευχαριστημένος δεν θα είναι κανείς. Μια ζωή θα τρέχουμε για να καλύψουμε μία άλλη ζωή. Εσωτερικό τέρας και αδηφάγο.

Κάτω από το σπίτι μου υπάρχει ένα καφενείο. Πολλές φορές έχω στήσει αυτί ακούγοντας τα γερόντια να τσακώνονται ακόμα για το ποια χούντα είναι καλύτερη να μας κυβερνάει. Στρίβω τσιγάρο, ανάβω και ρουφάω. Ο καπνός κατεβαίνει και μαλακώνει τα σωθικά. Όταν κάνεις τσιγάρο ανά τετράωρο, καταλαβαίνεις καλύτερα την γλύκα του. Κοιτάω στον δρόμο. Ψυχή. Το καφενείο πρέπει να έχει αδειάσει. Μόνο ένα άτομο φεύγει χωρίς να πει καν καληνύχτα.

Τον παρακολουθώ. Είναι το μοναδικό κινούμενο θέαμα. Απενεργοποιεί τον συναγερμό του αυτοκινήτου. Μεγάλο αυτοκίνητο. Πανάκριβο αυτοκίνητο. Ανοίγει την πόρτα και εγώ καθώς καταλαβαίνω πως το κινούμενο θέαμα απομακρύνεται από την συντροφιά μου, γυρνάω πάλι στον εαυτό μου. Κοιτάω τις πιπεριές Φλωρίνης που έχω φυτέψει και σκέφτομαι πως πρέπει να τις ποτίσω κάποια στιγμή. Μαραίνονται επικίνδυνα και δεν τους αξίζει.

Ο Θεός όμως είναι εδώ. Ρίγος με διαπερνά. Μόλις σκέφτηκα το πότισμα ένα τσιρτσίρισμα νερού διαπέρασε την ησυχία της νύχτας. Η τρίχα σηκώθηκε κάγκελο. Πιστεύω στην ύπαρξη του Θεού αλλά με τον τρόπο μου. Ποτέ δεν περίμενα να εμφανιστεί έτσι μπροστά μου. Για μια στιγμή νόμιζα ότι ήρθε να με πάρει που έχω παραμελήσει τον κήπο μου. Το τσιρτσίρισμα συνέχισε και κάπως ήρθα στην πραγματικότητα, γυρνάω το βλέμμα στα διπλανά σπίτια να δω ποιός ποτίζει μέσα στην νύχτα.

Το βλέμμα πέφτει στον πενηντάρη που πριν από λίγο είχε βγει από το καφενείο. Αυτός, το αυτοκίνητο, η πόρτα ανοιχτή. Είχε ανοίξει το φερμουάρ, την είχε πετάξει έξω και κατούραγε στην μέση του δρόμου. Λεβέντικα. Αρχοντικά. Με το άλλο χέρι προσπαθούσε να τραβήξει ένα εμπόδιο που τον δυσκόλευε στην αναπνοή. ΔΕΝ μπορείς να φανταστείς φίλε αναγνώστη πόσο βαθιά μπορεί να πάει το δάχτυλο στην μύτη. Στο τέλος, και αφού κρύφτηκα καθώς αντί να ντραπεί αυτός ντράπηκα εγώ, τραβάει ένα κλάσιμο και ένα ρέψιμο (αξιοθαύμαστος συγχρονισμός φίλε αναγνώστη), μπαίνει στο αμάξι και εξαφανίζεται.

Έχω μείνει με το τσιγάρο στο χέρι. Έχει τελειώσει και σχεδόν μου καίει τα δάχτυλα. Το μυαλό ξέφυγε στο απέναντι πεύκο. Φορτωμένο με κουκουνάρια έτοιμα να πέσουν. Φορτωμένο το μυαλό χρειάστηκε απλώς ένα κατούρημα για να αδειάσει λίγο.

συνεχίζεται…

25
Ιαν.
09

Underground

cebacebfcf81cebcceaf1
Κατέβηκες σε ένα υπόγειο. Το κατάστημα φρεσκοχτισμένο. Έτσι φαινότανε. Μπορεί να είχε κάνει απλώς μια ανακαίνιση. Και ω μα τον Δία! Κατέβηκες 100μ κάτω από τη γη. Εκεί που διαδραματίζονται πολλά. Γιατί στην ανακαίνιση είχαν φτιάξει έναν χώρο που ήταν ηλιόλουστος στα βαθιά. Είχε δέντρα. Είχε φως. Τίποτα από αυτά δεν ήταν σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό αληθινά. Οι κακοτεχνίες φαινόντουσαν με μια πιο προσεκτική ματιά. Το θέαμα όμως καλό. Δεξιά αριστερά σε περιτριγύριζε χώμα και είχες την αίσθηση ότι βρισκόσουν στην επιφάνεια. Λίγο αν δεν έδινες σημασία στις κακοτεχνίες τότε θα ήσουν βέβαιος πως πρόκειται για τεχνολογικό αριστούργημα και θαύμα. Αλλά είπαμε. Οι κακοτεχνίες ήταν φανερές.

Μέσα στον χώρο σε έπιανε ένα τρέμουλο. Το ασανσέρ ήταν η μόνη έξοδος διαφυγής. Το οικοδόμημα ίσως σαθρό. Σε έναν ενδεχόμενο σεισμό δεν προλάβαινες να ανέβεις 30 ορόφους για να βγεις από το κτίριο. Οπότε ή ανέβαινες πριν τον σεισμό ή καθόσουν κάτω. Το δέλεαρ ήταν μεγάλο εκεί κάτω. Ένα κορίτσι κοντά στα 25 που σε φίλησε βιαστικά και έφυγε. Ήρθε και ένα άλλο. Έμοιαζε με το προηγούμενο. Γλυκές υπάρξεις. Βλέμμα που σκοτώνει. Τρυφερότητα στο φίλημα. Τα χείλια έσταζαν μέλι και εσύ το γιαούρτι έτοιμος να φαγωθείς. Κουταλιά κουταλιά.

Φοβήθηκες πως όταν συναντηθούν και οι δύο που σε φίλησαν θα τις χάσεις και τις δύο. Αποφάσισες να φύγεις. Βγαίνοντας στο κλιμακοστάσιο κοίταξες από την χαραμάδα που αφήναν οι κακοτεχνίες που λέγαμε. Το βάθος του κτιρίου μόλις 10 με 15 μέτρα. Τελικά οι κακοτεχνίες και η προπαγάνδα σε κάναν να πιστέψεις πως είσαι 100 μέτρα βαθιά στη γη.

Στο ασανσέρ συνωστισμός. Ο φόβος του σεισμού πάντα στο μυαλό. Η γλυκιά ύπαρξη σε έχει ακολουθήσει. Δεν έχει σημασία ποιά από τις δύο. Ούτως ή άλλως αυτό που χρειάζεσαι είναι δύο κολλημένα χέρια πάνω σου. Δύο φιλιά και ένα βλέμμα να σου λέει πως είσαι ποθητός. Αυτό που χρειάζεσαι είναι να ακουμπήσεις την ανάγκη του άλλου πάνω στην δικιά σου. Σε ακούμπησε στην μέση. Χάιδεψε τη ραχοκοκαλιά. Ανέβηκε το χέρι στο σβέρκο. Ψηλάφισε το τριχωτό και έσπρωξε το κεφάλι σου προς τα χείλη της. Είχες αποφασίσει πλέον να δώσεις χώρο σε άλλους για το ασανσέρ. Θα ανέβαινες μετά. Όσο χρόνο και αν σου έπαιρνε. Ο φόβος του σεισμού εξαλείφθηκε αλλά πάντα υπάρχων στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

Σε εκείνο το μέρος όπου το απαλό της χέρι θρυμμάτιζε το μυαλό σου. Η γλώσσα ακούμπησε τη δικιά σου. Έχασες την αίσθηση του χρόνου. Δεν είχε σημασία ο χρόνος. Σταμάτησε για να ακουμπήσουν οι δύο γλώσσες. Η μία χάιδευε και αγκύλωνε την άλλη. Το στήθος της πηγαίο σημείο αναφοράς του αγγίγματός της σε ακούμπησε και σε βύθισε σε αφράτα μαξιλάρια. Ένιωσες το σώμα σου να τρέμει. Το μπλουζάκι ίσα που συγκρατούσε αυτόν το όγκο. Και δεν ήταν μεγάλο. Κάθε άλλο. Ήταν ιδανικό. Τα χέρια σου αγκάλιασαν αυτό το πλάσμα. Αυτό που έχει στοιχειώσει τα όνειρά σου. Έκλειναν μέσα τους τη γη ολάκερη. Προστάτευαν ότι πολύτιμο είχαν φανταστεί. Ήταν πλήρη.

Ανέβηκες επάνω. Η διαδρομή στο ασανσέρ είχε απλά συνωστισμό. Καινούριο κατάστημα γαρ και τα πρόβατα τρέξαν να το χρηματοδοτήσουν. Είχε νυχτώσει. Σου είχε λείψει ήδη το μυθικό σκηνικό του υπογείου. Τα δέντρα και ο ήλιος. Οι κακοτεχνίες και η προστατευμένη περιοχή είχαν διαγραφεί αυτόματα από το μυαλό σου. Η κοπέλα όχι. Είχε μείνει κάτω. Αποφάσισες να μείνεις επάνω.

23
Δεκ.
08

Προκάλυμμα

dsc_0022

 

Ο Β. ήταν 6 χρονών. Παραμονή Χριστουγέννων. 24 του μηνός όπως κάθε χρόνο άλλωστε. Είχε ξυπνήσει πρωί. Πολύ πρωί. Ετοιμαζόταν να πει τα κάλαντα με την Μ. Από μικρά είχαν γίνει αυτοκόλλητα. Καθώς μεγάλωσαν χάθηκε η δυναμική της κόλλας. Ξέφτισε. Ας είναι.

 

6 το πρωί και αφού πήρε πρωινό, μην φανταστείτε κανένα ιδιαίτερο, ψωμί νερωμένο με ζάχαρη από πάνω, άνοιξε το παράθυρο. Και η έκπληξη ήταν μεγάλη. Τούφες τούφες χιονιού έπεφταν στο χωριό. Χοντρές σαν παπάδες όπως λέγανε τότε. Έβαλε κασκόλ, γάντια, σκουφί και πήρε μαζί και το τριγωνάκι και βουρ για το σπίτι της Μ.

 

Ζεστό σπίτι. Όχι σαν το δικό του. Οι γονείς της ήταν αγαπημένοι. Είχαν πάντα κουλουράκια και μελομακάρονα στο τραπέζι. Στο σπίτι του Β. στο τραπέζι υπήρχε μόνο ένα ποτήρι ουίσκι μισοάδειο και παγωνιά παντού γιατί τις περισσότερες φορές το πετρέλαιο ήταν είδος πολυτελείας. Και το ζήλευε το ξένο σπίτι. Πολλές φορές ζητούσε να πάει να κοιμηθεί εκεί απρόσκλητος. Όταν ήθελε να περάσει όμορφα δεν είχε τακτ στους τρόπους του.

 

Έτσι και εκείνη την μέρα. Οι σόμπες είχαν κάνει το σπίτι να βράζει από ζέστη. Οι μυρωδιές από τα γλυκά μπούκωναν την μύτη. Το χιόνι έπεφτε πυκνό έξω. Η Μ. ήταν δίπλα του. Και ένα δώρο που τον περίμενε κάτω από το δέντρο του ξένου σπιτιού. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Σχεδόν έβαλε τα κλάματα αλλά δεν τον πήρε χαμπάρι κανείς. Ήξερε καλά να κρύβει τις αδυναμίες του.

 

Πήγαν, είπαν τα κάλαντα. Πρώτο το σπίτι του μεγαλοεπιχειρηματία με το γνωστά ελληνικά μπλε τετράδια. Αυτό και αν ήταν εμπειρία. Στο δωμάτιο υποδοχής το δέντρο φορτωμένο με στολίδια και περίτεχνα λαμπιόνια (πρέπει να το έχω αναφέρει ξανά το σκηνικό αλλά χου φάκιν κέαρς;  ). Τους υποδεχόταν η υπηρέτρια. Μόνο λίγοι τυχεροί έβλεπαν τον νοικοκύρη. Έφευγε από νωρίς για το εργοστάσιο. Όσοι τον προλάβαιναν παίρνανε 20 χιλιάρικα ο καθένας. 20 χιλιάρικα δρχ. περιόδου ’84!

 

Όσοι δεν προλάβαιναν δεν έμεναν δυσαρεστημένοι. Μπαίναν πιο μέσα στο σπίτι. Αριστερά υπήρχε το τζάκι μόνιμα αναμμένο. Πάνω από το τζάκι ένα πρεβάζι στερέωνε πάκους από πεντοχίλιαρα. Έπαιρνε ένα κάθε παιδί. Μιλάμε για μεγάλο πράγμα. Όμως αυτό που άρεσε στο Β. ήταν η ευκολία. Δεν την είχε.

 

Είπαν τα κάλαντα και γύρισαν σπίτι της Μ. Έφυγε ο B. μετά από λίγο να πάει σπίτι του, 2 τετράγωνα παρακάτω. Η έκπληξη ήταν μεγάλη. Οι σόμπες αναμμένες και οι δύο. Ο πατέρας ξεμέθυστος κρατούσε το δώρο που του έδωσαν στο εργοστάσιο. Μία θρεμμένη γαλοπούλα και ένα μπουκάλι κρασί. Ντυμένος από πάνω ως κάτω με τα βαριά ρούχα της δουλειάς. Μύριζε ακόμα λάδια. Την αγαπούσε ο Β. αυτήν την μυρωδιά. Η μάνα έφτιαχνε μελομακάρονα. Το σπίτι έσφυζε από ζέστη. Από ζέστη και χαμόγελα.

 

Πάνε πολλά χρόνια από τότε. Όμως το μόνο που ζητάει κάθε χρονιά ο Β. είναι παρέα, χαμόγελα, ζέστη, και ηρεμία. Μόνο που αυτή την φορά δεν το ζητάει σαν παιδί. Αλλά σαν ενήλικάς που θέλει να προσφέρει σε ένα παιδί και σε μια γυναίκα αυτά που του έλειψαν. Έστω και αν είναι προκαλύμματα κάθε φορά. Και τα σκεπάσματα είναι προκαλύμματα της γύμνιας μας. Τι πρέπει να γίνει δηλαδή; Να κοιμόμαστε γυμνοί στο χιόνι;

 

Καλά Χριστούγεννα να έχετε.

 

Συνεχίζεται…

10
Σεπτ.
08

Το φουλάρι

 

 

Ο πίνακας είναι του ζωγράφου Γεωργίου Πολύζου και λέγεται «Τα λουτρά της ωραίας Ελένης» σε διαστάσεις 1,45Χ0,90

 

 

O Β. ήταν κοντά στα 12. Ορμόνες στο φουλ. Φουλ του άσσου φουλ του Ρήγα δεν είχε σημασία. Έβλεπε θηλυκό και ξεχνούσε πως τον λέγανε. Ειδικά εκείνη την περίοδο που ήταν Άνοιξη. Είχε αναμνήσεις από την μητέρα του καλύτερού του φίλου όταν ήταν στο δημοτικό ακόμα. Έφευγε ο συγχωρεμένος ο άντρας της και εκείνη ξεκινούσε δουλειές του σπιτιού με πρώτο το σκούπισμα. Τα δύο φιλαράκια έπαιζαν Μονόπολυ. Αλλά ο Β. είχε καρφωμένο το βλέμμα του στο μπούστο της κυρίας Μ. Όταν αυτή έσκυβε να μαζέψει τα σκουπίδια στο φαράσι το αίμα ανέβαινε στον εγκέφαλο και το πουλί του ακουμπούσε στο φερμουάρ του παντελονιού του. Υπήρξε και μία φορά που ο κολλητός του πήγε στην τουαλέτα και ο Β. κάθισε και την έπαιξε ώσπου να τελειώσει μέσα στο παντελόνι. Έπαιζε την δικιά του Μονόπολυ με δικούς του όρους. Πόσα και πόσα σπερματοζωάρια θα πήγαν χαμένα εκείνη την περίοδο δεν μπορεί να υπολογίσει ακόμα. Πάντως ξεπερνάνε σίγουρα τον πληθυσμό της Κίνας.

 

Έτσι και εκείνη την περίοδο. Μόλις είχε γνωρίσει την Κάτια. Αγγελικό πρόσωπο. Μαλλιά πιασμένα κοτσίδα που έτρεμε παιχνιδιάρικα σε κάθε της κίνηση. Δύο λακκάκια στα μάγουλα έτοιμα να υποδεχτούν ποταμούς δακρύων που θα μπορούσε αργότερα ο Β. να στεγνώσει. Όσο για σώμα δεν θυμάται. Ποιος κοιτούσε άλλωστε σώμα σε εκείνες τις ηλικίες; Σημασία είχε να την έσφιγγε στην αγκαλιά του. Και δεν ήταν και πολλές οι φορές. Κάθε Πάσχα, Χριστούγεννα και γιορτές. Έμενε μακριά η Κάτια και συναντιόντουσαν όταν οι φίλοι γονείς της ανέβαιναν στο χωριό.


Οι μεγάλοι κάθονταν στο σαλόνι και τα παιδιά στο υπνοδωμάτιο. Η Μαρία (κόρη των κουμπάρων του Β.)  ο γκόμενός της ο Θοδωρής (αδερφός της Κάτιας) και ο Β. Δύο μικρά ζευγαράκια που δεν ήξεραν πού πάνε τα τέσσερα. Καθόταν ο ένας στην αγκαλιά της άλλης και τούμπαλιν και έτσι περνούσε η νύχτα. Και περνούσε ταχύτατα η πουτάνα.

 

Καθώς τελείωνε το Φθινόπωρο  ήρθαν τα γενέθλιά του και μαζεύτηκαν οι μεγάλοι να το γιορτάσουν και οι μικροί να κάνουν την δικιά τους γιορτή. Δώρα δεν υπήρχαν τότε για τους μικρούς. Μόνο οι μεγάλοι έφερναν ένα μπουκάλι ουίσκι στους άλλους μεγάλους ως σύνηθες δώρο. Η Κάτια περιεργαζόταν το κεφάλι του  καθώς το χάιδευε. Και του είπε περιπαιχτικά: «Τι βλέπω; Έχουμε ψειρίστσες; Γι αυτό κουρεύτηκες τόσο στρατιωτικά;» Κοκκίνισε από την ντροπή αλλά βρήκε το κουράγιο να ψελλίσει μία φράση: «Με κόλλησαν στο σχολείο αλλά παίρνω μία ειδική αγωγή και σε ένα μήνα θα έχουν φύγει από πάνω μου». Δεν έλεγε την αλήθεια. Τις ψείρες τις είχε από το δημοτικό μέχρι την Δευτέρα λυκείου. Και τι δεν είχε δοκιμάσει. Αμπούλες στο μπουφάν (στην μέσα τσέπη), χτένια, ειδικά σαμπουάν, σπρέι που του κοβόταν η ανάσα. Σωστό πειραματόζωο. Μάταια. Δεν είχε γίνει τίποτα. Όταν σταμάτησε να ασχολείται μαζί τους την κάνανε με ελαφρά.

 

Η βραδιά κύλησε σκατά. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Και δεν μπορούσε να ακουμπήσει και την Κάτια. Φοβόταν μην την κολλήσει και εκείνη ψείρες. Λίγες αγκαλιές και από εκεί και πέρα ζήλευε τον Θοδωρή που δεν είχε αφήσει από την αγκαλιά του την Μαρία.

 

Εκείνη η βραδιά είχε σημαδευτεί από ένα τραγούδι. Το λαμπάντα. Ο Β. δεν το χόρεψε αν και το κασετόφωνο το έπαιξε 4 φορές. Δεν χόρευε. Ήταν βαρύς Ηπειρώτης και τα κουνιστά τα χόρευε σαν τον Σουγκλάκο να προσπαθεί να χορέψει μπαλέτο. Δεν ήταν βαρύς στα κιλά αλλά στα βήματα. Χτικιάρης ήταν. Αντίθετα η Κάτια στροβιλιζόταν σαν αερικό που γέμιζε το δωμάτιο με χρώματα και αρώματα. Και μία κοτσίδα τόση δα να πηγαίνει πέρα δώθε μεθυσμένη.  Και τα μάτια του υπνωτισμένα ακολουθούσαν ανήμπορα να κοιτάξουν οτιδήποτε άλλο μέσα στο δωμάτιο.

 

Η βραδιά τελείωσε και έφυγαν όλοι. Έμεινε σαν τρόπαιο το φουλάρι που φορούσε η Κάτια ποτισμένο με μπόλικο άρωμα από το λαιμό της. Το είχε ξεχάσει και ο Β. το έλαβε σαν το καλύτερο δώρο που του έχουν κάνει. Το φυλούσε σαν κόρη οφθαλμού. Όποτε είχε δύσκολες μέρες στο σπίτι έτρεχε στο αποκούμπι του. Στο δεκανίκι. Βουτούσε το πρόσωπό του στο φουλάρι και μύριζε τις ευωδιές του Παραδείσου. Λίγο λίγο όμως γιατί φοβόταν μην ξεθυμάνει από την πολλή χρήση. Να έχει και για αργότερα. Εξάλλου μπορεί να έκανε να την δει μήνες. Ακόμα και μετά από 3 μήνες που έπρεπε να πάει να ξανακουρευτεί (στον μοναδικό κουρέα που δεχόταν να τον κουρέψει) πριν φύγει από το σπίτι, βούτηξε το πρόσωπό του στο φουλάρι και ρούφηξε ότι υπήρχε από την Κάτια. Τον φοβόταν τον κουρέα γιατί του την έλεγε και τον μείωνε συνέχεια για τις ψείρες του.

 

Το φουλάρι χάθηκε. Το ίδιο και οι ψείρες. Η μυρωδιά όμως είναι ακόμα μέσα του και παίζει με την φαιά ουσία του. Την πηγαίνει πέρα δώθε όπως πήγαινε η κοτσίδα της Κάτιας καθώς χόρευε Λαμπάντα. Ήταν τότε το 91-92 που κυριάρχησε η φράση πως σε 10 χρόνια θα το έχομε ξεχάσει. Η μυρωδιά δεν ξεχνιέται. Το φουλάρι ας μπορούσε να ξεχαστεί στα χέρια του και πάλι. Έτσι για να υπάρχει ένα δεκανίκι για την ώρα του κουρέα.

 

Συνεχίζεται…




Φοβάστε;

Δήλωση

apoklinousa-1

Η γωνιά του Ιατρίδη…

Δήλωση




Αλήτες, ρουφιάνοι, bloggers!

+Σουβλόγησον-Τσίκνησον+

Μαρτίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Δημοφιλή άρθρα